Search
  • ΕΛΛΗΝΕΣ

Αμέρικα, Αμέρικα…

Άρθρο του Γιώργου Μάστορα


Ανήμερα των Φώτων οι ΗΠΑ έγιναν το επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Όλα όσα συνέβησαν στις 6 Ιανουαρίου στο αμερικανικό Καπιτώλιο, σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση σε όλη την υφήλιο, θέτουν σοβαρά ζητήματα για τις δυνατότητες χειρισμού ευρύτατων τμημάτων του πληθυσμού μιας χώρας. Μπορεί να είδαμε, όλο αυτό το χρονικό διάστημα την σαθρότητα και την γενικευμένη κρίση του πολιτικού συστήματος στις ΗΠΑ, ταυτόχρονα όμως βιώνουμε την επιβολή μιας ασφυκτικά ολοκληρωτικής διαχείρισης, με πλήρη κατάργηση του δημόσιου χώρου και επιβολή μιας παρατεταμένης κατάστασης έκτακτης ανάγκης με πρόσχημα την πανδημία. Είναι σαφές ότι ο Τραμπ αρνήθηκε την παραδοχή της ήττας του, εκφράζοντας σοβαρές αμφιβολίες για το πόσο αυτή συνέβη κάτω από φυσιολογικές εκλογικές συνθήκες. Στους δύο μήνες από τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου είδε σιγά σιγά να τον εγκαταλείπουν αρκετοί συνεργάτες του. Ο ανοικτός πόλεμος εναντίον του τόσο από τους Δημοκρατικούς όσο και η εσωτερική υπονόμευσή του από Ρεπουμπλικάνους, καθώς και η άρνηση θεσμικών παραγόντων να εξετάσουν με σοβαρότητα τις καταγγελίες του, οδηγούσε ένα πολύ μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του σε αναβρασμό. Αρκετές χιλιάδες διαδηλωτών μαζεύτηκαν έξω από το Καπιτώλιο, με αρκετές εκατοντάδες εξ αυτών να «εισβάλουν» σε αυτό, με αποτέλεσμα τις εικόνες που όλοι είδαμε.


Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι το «πραξικόπημα» που ανέφεραν συνεχώς τα συστημικά ΜΜΕ, υπάρχει τεράστια διαφορά. Εάν τελικά συνέβη ένα πραξικόπημα, αυτό έγινε από την πλευρά των Δημοκρατικών για να ξεμπερδεύουν με τον Τραμπ και να «καθαρίσουν» το έδαφος για την επικράτησή τους σε όλους τους κρατικούς μηχανισμούς και υπηρεσίες. Στρατός, μυστικές υπηρεσίες, πολιτικό προσωπικό των δύο κομμάτων, κυβερνήτες πολιτειών, όλοι τους «άδειασαν» τον Τραμπ. Στην πραγματικότητα ο Τραμπ ποτέ δεν μπόρεσε να κυβερνήσει όπως ο ίδιος θα ήθελε. Και όλοι αυτοί οι υποκριτές που… αγανάκτησαν με το γεγονός ότι ο Τραμπ δεν αναγνωρίζει την ήττα του και δεν αποδέχεται τον Μπάιντεν ως διάδοχό του, ξεχνούν πολύ βολικά τι συνέβη όταν ο Τραμπ είχε κερδίσει τις εκλογές του 2016. Θυμόμαστε πολύ καλά ότι διοργανώθηκε συγκέντρωση εναντίον του πριν ακόμη ορκιστεί, ενώ από την πρώτη σχεδόν ημέρα ανάληψης των καθηκόντων του διάφοροι εσωτερικοί παράγοντες των ΗΠΑ έψαχναν τρόπους για να τον ανατρέψουν. Επίσης, όλοι όσοι… ανατρίχιασαν με την «εισβολή» στο Καπιτώλιο από κάποιους «οπλισμένους» με πλαστικές σημαίες οπαδούς του Τραμπ, σβήνουν με σφουγγάρι το γεγονός ότι στην δεκαετία του ’60 μέλη της παραστρατιωτικής οργάνωσης «Μαύροι Πάνθηρες» εισέβαλαν κι εκείνοι στο Καπιτώλιο, οπλισμένοι με καραμπίνες(!) και δεν τους πείραξε κανείς. Αντιθέτως, τώρα είχαμε τέσσερις νεκρούς οπαδούς του Τραμπ, με αποκορύφωμα την εν ψυχρώ δολοφονία της τριανταπεντάχρονης Άσλεϊ Μπάμπιτ από (μαύρο;) αστυνομικό. Για τον μαύρο Τζορτζ Φλόιντ χύθηκαν ποταμοί δακρύων από τα ΜΜΕ, για την λευκή Άσλεϊ Μπάμπιτ κανένα… Ακόμα και οι πολυεκατομμυριούχοι μπασκετμπολίστες του ΝΒΑ (ανάμεσά τους, φυσικά, ως απαραίτητος «μαϊντανός» και ο Γιάννης Αντετοκούμπο), ούτε λίγο ούτε πολύ, διαμαρτυρήθηκαν γιατί η αστυνομία δεν χρησιμοποίησε περισσότερη βία εναντίον των «εισβολέων» στο Καπιτώλιο. Προφανώς, τέσσερις νεκροί τους φανήκαν λίγοι…


Το πραγματικό πραξικόπημα εντός των ΗΠΑ και σε ολόκληρη την Δύση προωθείται ενεργά και σταθερά από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης. Και είναι ενδιαφέρον ότι πολλοί (κάνουν ότι) δεν το βλέπουν… Όλα αυτά καταμαρτυρούν ξανά μια βαθύτατη κρίση του «προτύπου» του καπιταλιστικού δυτικού κόσμου. Τι να ζηλέψουμε και τι να επιδιώξουμε από αυτό το σαπισμένο «πρότυπο»; Είναι ολοφάνερο ότι εδώ και αρκετά χρόνια είχε εισβάλει (χωρίς εισαγωγικά) στις ΗΠΑ με ηχηρό τρόπο μια κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία έψαχνε να βρει τρόπους έκφρασης, ή έστω «καταφύγιο» από το «κρύο», αφού δεν είχε την δική της αυθεντική πολιτική φωνή. Η εκτεταμένη δυσαρέσκεια και καταστροφή των μεσαίων στρωμάτων, η συνεχιζόμενη απαξίωση της λευκής (κυρίως) εργατικής τάξης, η διάρρηξη κοινωνικών συμβολαίων, η αποβιομηχάνιση και ερήμωση περιοχών, τα αυξανόμενα ρεύματα λαθρομετανάστευσης, δημιούργησαν τέτοιους όρους στο πολιτικό παιχνίδι, ώστε κάποιες πτέρυγες του συστήματος να αναζητήσουν και να διεκδικήσουν έναν άλλο τρόπο διαχείρισης.

Κάπου και κάπως έτσι εμφανίστηκε ο Ντόναλντ Τραμπ στο εσωκομματικό παιχνίδι των Ρεπουμπλικάνων, διεκδικώντας το χρίσμα για τις προεδρικές εκλογές του 2016. Φρόντισε να χρησιμοποιήσει αντισυστημική γλώσσα, ενεργοποίησε τα πατριωτικά αντανακλαστικά των αμερικανών ψηφοφόρων, κινήθηκε ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, κατορθώνοντας έτσι να συσπειρώσει σημαντικά μερίδια λαϊκής υποστήριξης. Σε αντίθεση με αυτόν, η άλλη πλευρά χρησιμοποίησε λόγο «δικαιωματικό» και «προοδευτικό», υπεραμυνόμενη της παγκοσμιοποίησης και των «καλών» της. Η τότε εκλογή (2016) του Τραμπ, αλλά και το Brexit στην Αγγλία, έδειξαν ότι η σύγκρουση είχε έναν πολύ σοβαρό χαρακτήρα. Αυτός, λοιπόν, είναι ο λόγος που ο Τραμπ συνάντησε, όπως αναφέραμε και νωρίτερα, έναν αδυσώπητο πόλεμο από την πρώτη στιγμή που ανήλθε στην προεδρία, έναν πόλεμο τόσο ανοιχτό που κανένας άλλος πρόεδρος των ΗΠΑ δεν είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Προκειμένου να χάσει τις πρόσφατες εκλογές, συνέβησαν τα όργια νοθείας που ο ίδιος αναφέρει.


Αξιοσημείωτη είναι η πόλωση μέσα στην οποία διεξήχθησαν αυτές οι εκλογές, καθώς η συμμετοχή ήταν προφανής για τα δεδομένα των ΗΠΑ: 66,7% το 2020, έναντι 55,7% το 2016, δηλαδή περίπου 26 εκατομμύρια ψηφοφόροι παραπάνω! Έτσι, και τα δύο κόμματα αύξησαν σημαντικά τον αριθμό των ψήφων τους: ο μεν Τραμπ πήρε 11 εκατομμύρια ψήφους παραπάνω από το 2016, ο δε Μπάιντεν συγκέντρωσε 15,5 εκατομμύρια παραπάνω ψήφους από αυτές που είχε πάρει το 2016 η Χίλαρι Κλίντον. Η διαφορά, η μεγάλη διαφορά, είναι ότι ο Τραμπ μπορεί δικαίως να υποστηρίζει ότι είναι ψήφοι που πήρε ΜΕ και ΓΙΑ την πολιτική του. Ο Μπάιντεν, χωρίς αληθινό ρεύμα υποστήριξης, άχρωμος και άοσμος, δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ήταν ο… αντιΤραμπ. Επομένως, ο Τραμπ διέθετε μια ισχυρή επιρροή, με λαϊκό έρεισμα, δια μέσου της πολιτικής του στο εσωτερικό της χώρας, και αυτή ήταν που του έδινε δύναμη. Το ζήτημα τώρα είναι πού και πόσο θα παραμείνει αυτή η δύναμη συσπειρωμένη γύρω από το πρόσωπό του, καθώς όλα δείχνουν ότι θα αποτελέσει και επίσημα ξένο σώμα για τους Ρεπουμπλικάνους.


Όπως και να ‘χει, το ρήγμα στην αμερικανική (και όχι μόνο σ’ αυτήν) κοινωνία είναι βαθύ και μεγάλο. Και δεν αφορά μόνο τις κορυφές, αλλά πολύ περισσότερο την κοινωνική βάση. Οι παγκοσμιοποιητές, η ιθύνουσα μερίδα της παγκόσμιας ολιγαρχίας, αντιμετωπίζουν, σε μια σειρά χωρών του πλανήτη, μια ισχυρή λαϊκή αντίδραση για τα πεπραγμένα τους. Δεν διστάζουν να αποκαλούν όσους αμφισβητούν και αντιτίθενται στην πολιτική τους ως «εθνολαϊκιστές», «ακροδεξιούς», «φασίστες», «ψεκασμένους», «αρνητές», «καθυστερημένους», «συνωμοσιολόγους» κτλ. Εκπονούν και εφαρμόζουν σχέδια μιας τεχνοολοκληρωτικής δικατατορίας, ενώ ο «ξύλινος» λόγος τους διανθίζεται με «κλισέ» λέξεις, όπως «δικαιώματα», «ανθρωπισμός», «διαφορετικότητα» και φυσικά «αντιφασισμός» και «αντιρατσισμός». Η νέα παγκόσμια κυβέρνηση των ΗΠΑ θα επιχειρήσει να προχωρήσει πιο γρήγορα τους παγκοσμιοποιητικούς σχεδιασμούς της, κλείνοντας το μάτι στους… ηγήτορες των άλλων χωρών, ξεκαθαρίζοντας ότι η πλήρης ευθυγράμμιση με τον δικό τους λόγο θα είναι ο κωδικός-κλειδί για την είσοδό τους στους διαδρόμους εξουσίας.


Μετά από όλα αυτά, το απαραίτητο κεντρικό ζητούμενο είναι η πολιτική έκφραση, με ακηδεμόνευτο τρόπο του Εθνικού και Λαϊκού παράγοντα σε ανάλογους φορείς σκέψεων και όχι ο εγκλωβισμός του στα κάθε λογής καθεστωτικά σχήματα. Ο δρόμος για την Ελευθερία και την Εθνική ανεξαρτησία (και) στην Ελλάδα είναι ακόμη πολύ μακρύς και δύσβατος, όπως άλλωστε ήταν και ο δρόμος της Αρετής για τον Ηρακλή. Το τι θα γίνει στο τέλος παραμένει μια υπόθεση ανοιχτή και ως εκ τούτου αγωνιστική. Αυτό που χρειάζεται είναι να σκεφτόμαστε με το μυαλό μας, να πράττουμε με την καρδιά μας και να ονειρευόμαστε με ανοιχτά τα μάτια. Γιατί, όπως έλεγε και ο Εθνικός Ποιητής μας Διονύσιος Σολωμός: «Ανοιχτά πάντα και άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου»!